Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Κεφάλαιο 21



Όταν η Ήβη ξύπνησε, βρισκόταν στο δωμάτιο της με το δεξί της πόδι από το μηρό μέχρι τον αστράγαλο δεμένο σε νάρθηκα. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά το σώμα της αντιδρούσε.
 «Σου έδωσαν ένα αναισθητικό για να μη νιώθεις τον πόνο, δε σε έπιανε η μορφίνη. Δε θα μπορείς να κουνηθείς και πολύ για λίγο.» ίσως ο Δημήτρης να μην ήταν το πρώτο άτομο που ήθελε να δει, αλλά σίγουρα είχε τις απαντήσεις που έψαχνε.
 «Που... τί...; Πού είναι τα...» προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μία σειρά, αλλά δεν τα κατάφερε.
 «Ήρεμα... κοιμόσουν δύο μέρες. Παρ’ το με το μαλακό.» της απάντησε στοργικά.
 «ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ;» άθελα της έκανε μια απότομη κίνηση που πυροδότησε μια σουβλιά πόνου στο πόδι της.
 «Όλα επανήλθαν στο κανονικό.» της είπε ο Δημήτρης.
 «Και με αυτό εννοείς ότι...;» τον ρώτησε μπερδεμένη.
 «Η μητέρα σου είναι ακόμα νε... ξέρεις...» το γεγονός ότι δεν τελείωσε τη φράση του την ξάφνιασε. Ποτέ πριν δεν είχε δείξει ενδοιασμούς, του άρεσε να λέει την ωμή αλήθεια. «αλλά όχι ο Μάρκος, πήρε τη θέση του το μικρό ξωτικό. Ήθελε να σε αποχαιρετήσει αλλά δεν είχαμε χρόνο και σου άφησε αυτό.» είπε δείχνοντας ένα μικρό φάκελο πάνω στο κομοδίνο της. «…Και η Ηλέκτρα είναι ζωντανή.»
«Υποτίθεται ότι δεν μπορούσα να αλλάξω τον θάνατο τους.» μουρμούρισε η Ήβη ενώ με αργές κινήσεις πήρε στα χέρια της το φάκελο και τον επεξεργάστηκε έτσι όπως ήταν κλειστός.
«Για κάθε ζωή που σώθηκε δόθηκε ισάξιο αντίκρισμα. Οι πράξεις εκείνων που σώθηκαν αλλά και αυτών που χάθηκαν δεν οδήγησαν σε περαιτέρω απώλειες ή πλεόνασμα ζωών. Πέρα από αυτήν του Ξένιου που είχε σκοτώσει πολλούς ανθρώπους στα επόμενα δύο χρόνια. Αλλά ας πούμε ότι ο σαματάς που επικράτησε εξ αιτίας της μάχης ισοστάθμησε τη ζημιά. Η μητέρα σου από την άλλη, ήταν μία πολύ ριψοκίνδυνη επιλογή. Θα μπορούσε να σώσει πολλές ζωές και αυτό θα είχε αντίκτυπο στη θνησιμότητα ή την γέννηση νέων ψυχών.»
«Το όνομα του είναι Νέστορας.» διαμαρτυρήθηκε η Ήβη μην έχοντας κάτι να προσθέσει στα λεγόμενα του. «Το όνομα του ξωτικού είναι Νέστορας.» το γεγονός ότι δεν είχε καταφέρει να τον αποχαιρετήσει της κόστιζε, αλλά δεν μπορούσε παρά να χαρεί για εκείνον που επιτέλους θα έβρισκε γαλήνη. Αν μη τι άλλο, βρισκόταν επτά αιώνες εξόριστος, σε έναν κόσμο όπου ζούσε κρυμμένος μέσα σε σκιές. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν τόσα πράγματα που δεν ήξερε για εκείνον και που τώρα δε θα είχε την ευκαιρία να μάθει. Όπως, πόσο χρονών ήταν ή τί του άρεσε να κάνει... πως ήταν ο κόσμος του.
«Τέλος πάντων.» ο Δημήτρης διέκοψε τον ειρμό των σκέψεων της επαναφέροντας την πάλι πίσω στο δωμάτιο μαζί του.
«Είναι άδικο.» είπε χωρίς να το πιστεύει στα αλήθεια, ενώ τσάκωσε τον εαυτό της να χαίρεται για τον Χάρη.
«Για την ακρίβεια... όχι. Δεν είναι καθόλου άδικο.» της απάντησε ενοχλημένος από την πεποίθηση της που είχε μόλις διατυπώσει. «Προτιμώ την Ορόρα, είναι λιγότερο γκρινιάρα από εσένα.»
«Τί σχέση έχει εκείνη;» είπε προσπαθώντας να κρύψει το πόσο την είχαν θίξει τα λόγια του.
«Ποιός νομίζεις ότι διόρθωσε αυτό το χάλι όταν εσύ λιποθύμησες;»
«Τί εννοείς ‘διόρθωσε το χάλι’; Εγώ γιατί δε θυμάμαι τίποτα;»
«Γιατί παραληρούσες από τον πόνο.»
«Μα αν πονούσα εγώ, πως γίνετε να μην πονούσε εκείνη;»
«Ο πόνος βρίσκεται στο μυαλό μας. Καταλαβαίνουμε ότι πονάμε γιατί τα νεύρα μας στέλνουν αυτό το μήνυμα. Δεδομένου ότι κάθε μία έχει αναπτύξει το δικό της ξεχωριστό τμήμα στον εγκέφαλο σας, δε μοιράζεστε την αίσθηση του πόνου, ούτε την ίδια αίσθηση του χιούμορ, δε συγκινήστε από τα ίδια πράγματα… και τα λοιπά.»
«Και δηλαδή τι το τόσο ξεχωριστό έκανε που σε κάνει να την προτιμάς;» τον ρώτησε μουτρωμένη.
«Κατ’ αρχάς, ξέρει και πάντα ήξερε για τη θέση της σα φύλακας. Κάτι που βοήθησε στο να σταθεροποιήσει τις πύλες πριν καταστραφεί καμία. Μπορεί να πάρει αποφάσεις και δεν τις βασίζει στα συναισθήματα της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει. Ακριβώς ο σωστός συνδυασμός.»
«Θες να πεις ότι εγώ... σκότωσα…»
«Δεν έχει σημασία.» προσπάθησε να αποφύγει την ερώτηση της.
«Έχει για εμένα!» του αντιμίλησε εκείνη. Η ιδέα και μόνο την αρρώσταινε. Δε θα μπορούσε να ζήσει με αυτό το ερωτηματικό στη ζωή της.
«Όχι. Τροχαίο. Αν σε κάνει να νιώθεις καλύτερα, ένα επτάχρονο ζει εξ’ αιτίας της μητέρας σου, εκείνη δεν... τα κατάφερε.» ακόμα κι αν η Ήβη ήξερε ότι η Βαλεντίνη δεν είχε πεθάνει για να τη σώσει, δεν ένιωθε ούτε στο ελάχιστο καλύτερα με το αποτέλεσμα. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της και προσπάθησε να το κρύψει χωρίς να ξέρει το λόγο.
Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να ανησυχεί ή να χαίρεται που αποδείχτηκε ότι η Ορόρα, όπως αποκαλούσε τον εαυτό της, ήταν ένα βήμα μπροστά από εκείνη. Δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει τη συνεισφορά της, αλλά φοβόταν. Το γεγονός ότι υπήρχαν στιγμές που η Ήβη ξεχνούσε τελείως την παρουσία της, έκανε αυτό το συναίσθημα εντονότερο. Ο δε θαυμασμός για το πρόσωπο της από έναν άνθρωπο που φαινόταν να την αντιπαθεί τόσο πολύ, την ενοχλούσε αφάνταστα. Αλλά η Ορόρα ήταν ένα κεφάλαιο με το οποίο σκόπευε να ασχοληθεί αργότερα.
«Και ο Νέστορας;» ρώτησε καθώς σκούπιζε το πρόσωπο της «Εννοώ, πως... τί έγινε με εκείνον;» όσο κι αν το μικρό ξωτικό αποζητούσε το θάνατο του, όσο κι αν η Ήβη γνώριζε ότι είχε έρθει σα λύτρωση για εκείνον, δεν μπορούσε να προφέρει αυτή τη λέξη. Αν και κάτι μέσα της, της έλεγε ότι έπρεπε να συνηθίσει την ιδέα του θανάτου.
«Μην ανησυχείς, έγινε ανώδυνα.» δε ζήτησε λεπτομέρειες. Δεν ήθελε να ξέρει, αυτό της αρκούσε. Τουλάχιστον ο Μάρκος ήταν ζωντανός. Κάτι που της είχε πει ο Δημήτρης ξεπρόβαλε από τις αναμνήσεις της.
«Δημήτρη... μου είχες πει ότι η ψυχή τους έχει ήδη ακρωτηριαστεί και ότι θα πρέπει να ενωθούν αυτά τα κομμάτια... ότι δε θα είναι ποτέ όπως πριν, πως κάτι θα τους τραβάει πίσω.»
«Ναι;» η περιαυτολογία της τον έκανε δύστροπο αλλά η Ήβη είχε συνηθίσει αυτό του το χαρακτηριστικό.
«Θα είναι... δύσκολό; Να προσαρμοστεί εννοώ.»
«Μερικές φορές... Εξαρτάτε από τον καθένα.»
«Θα μπορεί να έχει όμως μια φυσιολογική ζωή, σωστά;»
«Ναι, ίσως και κάτι περισσότερο. Είναι πιο ώριμος ψυχικά. Αυτό μπορεί να τον βοηθήσει στις σχέσεις του.»
Δεν είχε κανένα δικαίωμα να ενοχλείται από το γεγονός ότι ο φίλος της θα είχε σχέσεις... κορίτσια. Μια φυσιολογική ζωή. Κάτι που δε θα μπορούσε ποτέ να έχει μαζί της. Αλλά την ενόχλησε. Η καρδιά της σφίχτηκε στην ιδέα ότι πρόδιδε κατά κάποιο τρόπο τον Χάρη και τα συναισθήματα της απέναντι του. Γιατί ένα πράγμα ήταν σίγουρο.
Ήταν ερωτευμένη μαζί του.
Τώρα τι κάνουμε; Αναρωτήθηκε. Ένιωθε το βλέμμα του Δημήτρη καρφωμένο πάνω της και έτσι άλλαξε το θέμα στο πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό.
«Η Άννα και η Καίτη... Η γιαγιά μου, ο Γαβριήλ;»
«Είναι καλά.» της απάντησε με μυστικοπάθεια στο βλέμμα.
«Τί ακριβώς έγινε; Εννοώ ότι όταν τους άφησα το παρελθόν, ήξεραν τι θα γίνει δύο χρόνια μετά. Εγώ από την άλλη υποτίθεται ότι δεν ήξερα...»
«Απλά περίμεναν.»
«Εννοείς ότι τόσο καιρό ήξεραν αλλά κανείς δε μου είπε τίποτα;» η ιδέα αυτή την ενοχλούσε παρόλο που καταλάβαινε τη σημαντικότητα του να της κρατήσουν αυτό το μυστικό.
«Δεν μπορούσαν. Δεν το θυμόντουσαν. Και θα εξακολουθούσαν να μην θυμούνται μέχρι να φτάναμε στο χρονικό σημείο όπου όλες τους οι πράξεις να είναι αλληλένδετες. Κάτι που εμείς οι φύλακες κάνουμε άμα χρειαστεί... Είναι ένα περίπλοκο ξόρκι.»
«Οπότε αυτό είναι... Είμαι το τελευταίο πράγμα ανάμεσα σε εκείνους και την εκπλήρωση ονείρων που διήρκησαν αιώνες. Αργά η γρήγορα θα πρέπει να έρθω αντιμέτωπη με τον πατέρα μου.»
«Ίσως... Μην ξεχνάς ότι ο πατέρας σου είναι ακόμα φύλακας, άσχετα από το ότι δεν έχει πλέον τις δυνάμεις του.»
«Τί;» είχε ακούσει καθαρά αυτό που μόλις της είπε, αλλά δεν καταλάβαινε τι εννοούσε.
«Ο Ναπολέων μάλιστα το κατάλαβε λίγο προτού λάβει τέλος η βασιλιά του. Όμως δεν το μοιράστηκε με κανέναν τους.»
 «Εννοείς ότι ο πατέρας μου... έδωσε την καρδιά του για το φυλαχτό… μα πως… ανατομικά μιλώντας, το σώμα χρειάζεται μία καρδιά για να λειτουργεί.»
«Δεν μπορεί να πεθάνει Ήβη. Η καρδιά του και οποιοδήποτε μέρος του σώματος του θα αναπλαθεί ξανά. Όμως αυτό άλλαξε, το φυλαχτό δεν υπάρχει πλέον και οι Όλιβαρ δε γνωρίζουν πως μπορούν να το φτιάξουν από τον Λουκά.»
«Θα τους το πει... δεν έχει επιλογή.» συνειδητοποίησε θυμούμενη την υποταγή που όφειλε να έχει ο Λουκάς στο σκοτάδι.
«Όχι, η υποταγή του συνεπάγει την ανικανότητα του να αρνηθεί τις προσταγές τους. Εξακολουθεί να έχει δική του βούληση κατά ένα μέρος και αυτό σημαίνει ότι δεν οφείλει να τους πει τίποτα. Αλλά θα αναγκαστεί να προσφερθεί αν του το ζητήσουν. Προς το παρόν δε χρειάζεται να σε ανησυχεί αυτό. Πρέπει να βρεις τρόπο να λύσεις την κατάρα προτού χρειαστεί να έρθεις αντιμέτωπη μαζί του. Η πείρα των αιώνων που κουβαλάει στους ώμους του σε κάνουν ασήμαντο αντίπαλο.»
«Η πείρα... αιώνων; Τί είναι αυτά που λες;»
«Δεν είναι πολύ εύκολο να πεθάνει ένας φύλακας. Ακόμα και αν καεί στη φωτιά, το πνεύμα του μπορεί να καταλάβει ένα άλλο σώμα. Αυτό γίνεται μέχρι να βρεθεί ο διάδοχος του. Ο πατέρας σου είναι πάνω από διακοσίων χρονών.»
«Εννοείς ότι... δεν μπορώ να πεθάνω;» ρώτησε πανικοβλημένη.
«Δεν τα παίρνεις πολύ εύκολα, έτσι δεν είναι; Αυτό είναι κάτι που θα συζητήσουμε άλλη φορά, τώρα έρχονται οι φίλοι σου.»
«Μα εγώ θέλω να πεθάνω στα εξήντα μου... Δε μου αρέσει η αιωνιότητα!»
«Θα τη συνηθίσεις.» της είπε χαμογελώντας στη θέα της γκριμάτσας στο πρόσωπο της Ήβης.
«Δε θέλω!» απάντησε με πείσμα.
«Μην κάνεις σαν παιδί.»
Φυσικά, εγώ είμαι παιδί! Η Ορόρα όμως είναι... ο συνειρμός της διακόπηκε από την έκφραση στο πρόσωπο του που μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει.
«Μπορείς να διαβάζεις το μυαλό μου, έτσι δεν είναι;»
«Ναι.» απάντησε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Είμαστε συνδεδεμένοι από τη στιγμή που μου τράβηξες το φτερό. Απλώς εσύ δεν ξέρεις τον τρόπο.» της είπε σα να προσπαθούσε να της το τρίψει στη μούρη.
«Θέλω να τον μάθω!» απαίτησε η κοπέλα.
«Όλα στην ώρα τους. Και μιας και μιλάμε για ‘θέλω’... Γιατί το έκανες; Γιατί τράβηξες το φτερό;»
«Δεν είχα κάποιο λόγο, απλώς με ενοχλούσε… ξέρεις, αισθητικά. Δεν κολλούσε με τα υπόλοιπα.» απάντησε ένοχα.
«Σε ποιόν μιλάς;» η Άννα, η Καίτη, η Μαρία, ο Γιάντης, ο Γαβριήλ και η Σίλβια είχαν μπει στο δωμάτιο κάνοντας το να μοιάζει πολύ μικρό.
Ο Δημήτρης στεκόταν ανάμεσα τους αλλά κανένας δεν του έδινε σημασία. Γιατί κανένας δεν μπορούσε να τον δει. Κάτι από τη μεγαλοπρέπεια της αγγελικής του παρουσίας χάθηκε εκείνη τη στιγμή, όταν κοίταξε γύρω του με βλέμμα γεμάτο θλίψη και πόνο. Στο επόμενο βλεφάρισμα της κοπέλας είχε χαθεί.
«Επιτέλους ξύπνησες!» αναφώνησε η Καίτη ανυπόμονα.
Η παρουσία τους θα έπρεπε να τη χαροποιήσει αλλά όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους ένα κύμα απογοήτευσης και στεναχώριας την κυριεύεσαι.
«Περιμένει να φύγουν όλοι.» ψιθύρισε στο αυτί της η Καίτη όταν έσκυψε δήθεν για να τη φιλήσει στο μάγουλο. Μάλλον δεν ήταν και πολύ καλή στο να κρύβει τι αισθάνεται... η φίλη της κατάλαβε την απογοήτευση της κοπέλας όταν ο Χάρης δεν μπήκε στο δωμάτιο μαζί με το πλήθος.
«Χαιρόμαστε που είσαι καλά.» πήρε το λόγο η διευθύντρια με τυπικό ύφος. Η Ήβη ωστόσο ήξερε ότι ήταν ηφαίστειο ενεργό. «Μη νομίζεις ότι θα ξεχάσουμε το σκασιαρχείο σου. Θα επιβληθούν οι ανάλογες κυρώσεις... Όσο για τις πράξεις σου έξω από εδώ, δεν μπορώ να σε τιμωρήσω. Αλλά θέλω να ξέρεις ότι ήταν εξαιρετικά ριψοκίνδυνο και θα έπρεπε να είχες αναφερθεί στις ανάλογες αρχές. Δεν ήταν δουλειά σου να πάρεις το νόμο στα χέρια σου. Θα μπορούσες να είχες...» τα μάτια της έδειχναν πόσο ταραγμένη πραγματικά ήταν ενώ άφησε τη φράση της ατελείωτη. «Να μην επαναληφθεί ξανά παρακαλώ. Θα σε παρακολουθώ... Αυστηρά.» ύστερα χαμογέλασε με δυσκολία και αρπάζοντας τον Γιάντη από το γιακά παρασύροντας το αγόρι μαζί της στην έξοδο ενώ οι παραβρισκόμενοι στο δωμάτιο σώπασαν για να τους ακούσουν να συνομιλούν καθώς περπατούσαν στο διάδρομο.
«Δεν επιτρέπονται αγόρια στο δωμάτιο.» του είπε η Σίλβια με αυστηρό τόνο.
 «Μα ο Γαβρ...»
 «Ο κύριος Λότος είναι καθηγητής και συγγενής...»
«Χα! Καλά να πάθει!» η Καίτη έσπασε πρώτη τη σιωπή για να δώσει τη σκυτάλη στον Γαβριήλ.
«Έχει δίκιο ξέρεις... Το να πας εκεί ήταν ανόητο. Τί περίμενες να γίνει; Να πάρεις ένα κομμάτι από τον καθρέφτη και να φύγεις;»
«Σκεφτόμουν ότι είχα αφήσει ξεκρέμαστο...» δεν ολοκλήρωσε τη φράση της αν και πολλοί ήταν αυτοί που κατάλαβαν ότι το δεύτερο και ανείπωτο σκέλος της πρότασης της αφορούσε την ανησυχία της για τον κίνδυνο που μπορεί να διέτρεχε ο Χάρης.
Ένα κύμα τύψεων την πλημμύρισε. Είχε εμπλέξει άτομα που αγαπούσε σε αυτήν την ιστορία, απειλούταν η ζωή τους και δεν ήξεραν καν όλη την αλήθεια.
 «Παραλίγο να το ξεχάσω...» επενέβη η Μαρία. «τί το ήθελες το μπουκαλάκι με το οξύ;» η Ήβη κοίταξε ένοχα τον περίγυρο ενώ το μυαλό της έψαχνε για κάποια καλή δικαιολογία.
 «Τίποτα το ιδιαίτερο... το είδα στο γραφείο πριν φύγω από το σπίτι και είπα να το πάρω... ποτέ δεν ξέρεις. Πάντως έχετε δίκαιο, συγγνώμη. Ήταν ανόητο να πάω στον πύργο.»
 «Πιστεύω ότι ο χρόνος που θα ξοδέψεις στο κρεβάτι τους επόμενους δύο μήνες μέχρι να δέσει το πόδι σου είναι αρκετή τιμωρία.» της είπε αυστηρά η Μαρία. Το έβλεπε στο πρόσωπο τους. Η ερώτηση κρεμόταν από χείλη τους και έκανε τις φλέβες τις να πάλλονται με ένταση.
Και τώρα τί γίνεται;
Ήταν ασφαλής μέσα στα τείχη του Obweiben, εκεί ο χρόνος είχε παγώσει. Ναι, είχαν τον καθρέφτη, αλλά τους ήταν άχρηστος χωρίς το φυλαχτό, χωρίς εκείνη. Άραγε το ήξερε αυτό η γιαγιά της; Ο Γαβριήλ; Το ήξερε κανένας τους;
Όχι... Δεν μπορούσαν να το ξέρουν.
Έπρεπε να φυλάξει αυτό το μυστικό. Αυτό, και το βιβλίο των νεκρών.
 «Κατάρα! Πρέπει να πάω στο μάθημα!» άκουσε την Μαρία να λέει. Η Ήβη δεν είχε χαρεί ποτέ της περισσότερο στο άκουσμα του κουδουνιού. Η γυναίκα έφυγε πρώτη, αλλά ο Γαβριήλ και τα κορίτσια έμειναν μαζί της αρκετά ώστε κάνει αυτό που είχε στο μυαλό της.
«Πρέπει να φύγετε;» τους ρώτησε ένοχα.
«Εγώ δεν έχω μάθημα. Μπορώ να κάτσω μαζί σου αν θες;» ήρθε η απάντηση από τον Γαβριήλ.
«Θέλω!» απάντησε η κοπέλα με ενθουσιασμό.
«Και εμείς σκεφτόμασταν να κάνουμε κοπάνα.» είπε με έναν ενδοιασμό η Καίτη ενώ ο Γαβριήλ την κοίταξε μαλώνοντας τη με το βλέμμα του.
«Ωραία! Πρέπει να μάθετε μερικά πράγματα.»
Όταν η Ήβη τελείωσε την αφήγηση της κανένας τους δε μιλούσε. Ο φόβος ήταν αποτυπωμένος στα πρόσωπα τους. «Αυτό είναι καλό... κατά μία έννοια. Δεν μπορούν να κάνουν κάτι χωρίς εσένα… δηλαδή νομίζουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εσένα.» είπε η Άννα.
«Αυτό σημαίνει πως τη θέλουν απεγνωσμένα! Μόλις φύγει από το σχολείο... Δε θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει μετά.» συνέχισε τους συνειρμούς της η Καίτη.
«Οπότε πρέπει να βρω οπωσδήποτε τον καθρέφτη. Τότε ακόμα και αν με σκοτώσουν θα έχω κρύψει τα κομμάτια κάπου που δε θα τα βρουν ποτέ.»
«Βρήκαν τόσες χιλιάδες κομμάτια σκορπισμένα σε όλο τον κόσμο, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια κρυψώνα που να μην τη βρουν;» αντέτεινε η Άννα.
 «Τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί κάποιος άλλος φύλακας.» μουρμούρισε το κορίτσι. «Γαβριήλ;» γύρεψε την αντίδραση του ξάδελφου της.
 «Που είσαι μπλεγμένη Ήβη;» είπε με έναν αναστεναγμό.
 «Αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό... ευχαριστώ!» τον πείραξε εκείνη.
 «Ανησυχώ για το ότι θα είσαι αντιμέτωπη με τον πατέρα σου.» μουρμούρισε ο άντρας «Έχει τόσα χρόνια εμπειρίας και γνώσης. Πρέπει να κάνω το πρόγραμμα σου πιο εντατικό... ίσως ο Χάρης μπορεί να με βοηθήσει. Ή η Ηλέκτρα τώρα που θα σπουδάζει εδώ.» μονολόγησε.
 Δάγκωσε τα χείλη της για να κρύψει ένα το χαμόγελο. Ο Χάρης δεν είχε αποβληθεί. Ακούστηκε ένας διστακτικός χτύπος στην πόρτα και λίγο αργότερα ο Χάρης μπήκε στο δωμάτιο.
 «Λοιπόν εμείς πηγαίναμε!» είπε η Καίτη και σηκώθηκε ζωηρά από το κρεβάτι τραβώντας την Άννα μαζί της. Ο Γαβριήλ σηκώθηκε και εκείνος από το κρεβάτι της Ήβη όπου καθόταν και έφυγε κλείνοντας της το μάτι σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να βγει από το βούρκο των σκέψεων του.
«Μην τα θαλασσώσεις πάλι!» η Καίτη συμβούλεψε τον Χάρη πριν η κοπέλα κλείσει την πόρτα πίσω τους. Ήταν μια στιγμή αμηχανίας. Εκείνος απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια ενώ διατηρούσε μία απόσταση ανάμεσα τους.
«Σε εμπιστεύεται.» μίλησε πρώτη.
«Ναι... προσπάθησα να την αποτρέψω αλλά δε βάζει μυαλό. Πώς είσαι;» η προσπάθεια του να ακουστεί ειρωνικός επισκιάστηκε από την ένοχη έκφραση στο πρόσωπο του.
«Χμ...» δεν ήξερε τι περίμενε, αλλά η ερώτηση του την απογοήτευσε και το αγόρι το κατάλαβε.
«Δεν ήθελα την εμπιστοσύνη σου... Ούτε να σε ερωτευτώ, όμως... Δεν είναι για εμένα αυτά.» συμπλήρωσε το αγόρι.
Η καρδιά της κλότσησε τόσο δυνατά μέσα στο στήθος της που η Ήβη νόμιζε ότι θα δραπετεύσει. Ένιωσε τη θερμοκρασία του δωματίου να ανεβαίνει επικίνδυνα και ήξερε ότι είχε γίνει κατακόκκινη. Προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπο της αλλά η παραμικρή της κίνηση πυροδοτούσε πόνο. Άκουσε εκείνο το ντροπαλό γέλιο, αυτό του το γέλιο που λάτρευε και υπέθεσε ότι την είχε δει.
«Συγγνώμη.» συνέχισε ο Χάρης. Η Ήβη υποψιαζόταν τι θα ακολουθούσε και δεν τον άφησε να ολοκληρώσει.
«Ήταν πολύ ανόητο να φωνάξεις την Άννα και την Καίτη... Θα μπορούσαν να είχαν πάθει κάτι.» άλλαξε θέμα.
«Ναι, αλλά ήταν επιλογή τους. Δεν μπορείς να περιμένεις να μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Έπειτα... μόνη σου, δεν είσαι και μεγάλη απειλή.» την πείραξε.
«Δεν είναι δική τους μάχη.» επέμεινε εκείνη αφήνοντας ασχολίαστη την κριτική του.
«Είναι. Η μάχη είναι ολονών.» αντέτεινε. Η Ήβη δεν είχε κανένα επιχείρημα για να αντιπαραθέσει, έτσι άλλαξε και πάλι το θέμα.
«Τί έγινε; Όταν ήσουν εκεί; Ο πατέρας μου μου είπε ότι οι γονείς σου... δεν ήθελαν πλέον τον Ναπολέων σαν αρχηγό τέλος πάντων.»
«Σου είχα πει ότι δούλευα μαζί με τον Λουκά. Οι γονείς μου είχαν μάθει για την κατάρα πολύ πριν από τον Ναπολέων... μέσω εμού. Οργάνωναν καιρό ένα ρεύμα που θα τους ακολουθούσε όταν στρεφόντουσαν εναντίον του πρώην άρχοντα. Είχαν ζητήσει από τον πατέρα σου να σταθεί στο πλευρό τους. Όταν ο Ναπολέων πήρε το τελευταίο κομμάτι... και αφού καταφέραμε να βγούμε από το κελί, σκέφτηκα να φωνάξω ενισχύσεις. Ενημέρωσα τους δικούς μου. Δεν ήθελαν να καρπωθεί ο Ναπολέων ένα τόσο μεγάλο επίτευγμα και από τη στιγμή που σε είχε μέσα στα χέρια του, η νίκη του ήταν σίγουρη. Η δική του επιτυχία θα ήταν η δικιά τους αποτυχία. Θα έφερνε αναστάτωση και θα διέλυε το κίνημα τους. Ούτως ή άλλως σκεφτόντουσαν να κάνουν κάποια κίνηση εναντίον του εδώ και καιρό, κάτι που να ταράξει τα νερά. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις.»
«Ήξερες για το φυλαχτό;»
«Όχι. Το έμαθα πριν από λίγο... Η ηχομόνωση δεν είναι και πολύ καλή.» πρόσθεσε. «Ήξερα μόνο ότι είσαι το τελευταίο σκαλί... Λοιπόν;»
«Λοιπόν τί;» απόρησε εκείνη αποπροσανατολισμένη.
«Ο Μάρκος είναι ζωντανός... Εγώ είμαι εδώ...»
«Είσαι βλάκας!» δεν τον άφησε να ολοκληρώσει, αλλά δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει. Η ίδια του είχε δώσει πάτημα για να βασίσει τις αμφιβολίες του. Αμφιβολίες για το κατά πόσο η προδοσία του είχε εξαλείψει τα συναισθήματα που η Ήβη έτρεφε για εκείνον.
Η Καίτη τον εμπιστεύεται. Σκέφτηκε. Ήξερε ότι αυτό ήταν η φτηνότερη δικαιολογία που έδωσε ποτέ στον εαυτό της, αλλά δεν ήθελε να το κοσκινίσει άλλο. Τον ήθελε σαν τρελή. Ίσως έπρεπε να μάθει από το λάθος της, ίσως έπρεπε να το κοσκινίσει. Αλλά δεν ήθελε.
Άλλωστε της είχε σώσει τη ζωή.
 «Είμαι;» ρώτησε με ένα χαμόγελο. Η Ήβη δεν του απάντησε. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδυναμία που του είχε, αλλά δε μίλησε.
 Ένα απαλό χάδι ζέστανε το μάγουλο της ενώ κατάλαβε ότι το αγόρι κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι. Έψαξε για τα γαλανά του μάτια... ήταν λιγότερο από δύο εκατοστά μακριά από εκείνη. Τα δάκτυλα του προχώρησαν στο λαιμό της και μετά στον ώμο όπου σταμάτησαν και μετά τη φίλησε στα χείλη τρυφερά.
Η Ήβη δεν έμεινε μόνη της παρά μόνο αργότερα το ίδιο απόγευμα. Οι φίλες της την είχαν ενημερώσει για την πρόοδο που είχαν κάνει όσο εκείνη έλειπε. Δεν μπόρεσε παρά να μείνει άναυδη με την ιδέα τους αλλά και τον τρόπο που την εκτέλεσαν. Δε διαφώνησε στο ότι ένας κοριός στο γραφείο του πρωθυπουργού θα τους έδινε ένα bonus στην ενημέρωση. Το γεγονός ότι είχαν μπει σε όλη αυτή τη διαδικασία τη συγκίνησε, ένα συναίσθημα το οποίο δεν έδειξε. Αλλά δεν ξέχασε να τις χιλιοευχαρηστήσει που βρίσκονταν στο πλευρό της και να τις αποθαίνει από το να κάνουν κάτι τόσο επικίνδυνο ξανά -αν και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία.
 Κρατούσε το γράμμα που της είχε αφήσει ο Νέστορας. Αλλά δεν τολμούσε να το ανοίξει. Έτσι σταμάτησε να σκέπτεται, έσκισε το πάνω μέρος, έβγαλε την κόλα α4 που υπήρχε μέσα και την ξεδίπλωσε.



Ήβη...
Ήθελα να σε αποχαιρετήσω αυτοπρόσωπος, αλλά δεν υπήρχε χρόνος... Δε θέλω να στεναχωρηθείς για εμένα. Επιζητούσα το θάνατο καιρό τώρα. Θα καταλάβεις και εσύ κάποια μέρα ότι είναι λύτρωση και όχι τιμωρία. Ελπίζω ωστόσο να μην τον επιζητήσεις, γιατί αυτό θα σημαίνει ότι είσαι δυστυχισμένη. Ίσως σου φανεί περίεργο, αλλά εμπιστεύομαι τον Χάρη. Ξέρω ότι πιστεύεις πως σε πρόδωσε, αλλά σε αγαπάει πολύ περισσότερο από τον εαυτό του. Όπως επίσης ξέρω ότι σε στεναχώρησε περισσότερο από ότι άφησες να φανεί. Βλέπεις τα ξωτικά έχουμε μια ζωώδη αίσθηση που μας επιτρέπει να καταλαβαίνουμε... πράγματα. Και αν και στην αρχή δεν μπορούσα παρά να διαφωνήσω, πρέπει να παραδεχτώ ότι πρέπει να είσαστε μαζί. Μακάρι να προλάβαινα να σου πω περισσότερα για τον κόσμο μου, θα σου άρεσε...
Σε ευχαριστώ πολύ. Έκανες τις τελευταίες μου μέρες άξιες της αναμονής μου. Χαίρομαι που συμμετείχα σε κάτι τέτοιο.
                                  
Εύχομαι να μη με ξεχάσεις…
Με αγάπη
Νέστορας...

Χαμογέλασε μελαγχολικά και έβαλε το γράμμα πίσω στο φάκελο του. Ένας κτύπος στην πόρτα την έκανε να αναπηδήσει από την τρομάρα της θυμίζοντας της γι’ ακόμα μια φορά ότι θα έπρεπε να αποφεύγει τις απότομες κινήσεις. Ο απρόσμενος επισκέπτης της δεν περίμενε την άδεια της και πέρασε κατευθείαν μέσα.
Η Ηλέκτρα, μπήκε στο δωμάτιο με ένα χαμόγελο να αστράφτει στα χείλη της και κάθισε στο κρεβάτι δίπλα της.
«Σκέφτηκα ότι θα είσαι μόνη σου και είπα να περάσω.» ξεκίνησε να λέει.
 «Δεν ήξερα ότι ανησυχούσες για την υγεία μου.» της απάντησε πικρόχολα. Το χαμόγελο της νεοφερμένης έσβησε και το πρόσωπο της σοβάρεψε.
«Θέλω να σε ευχαριστήσω. Όχι μόνο μου έσωσες τη ζωή, αλλά μου έδωσες και την ευκαιρία να την αλλάξω. Πριν από αυτό, ήμουν μία... εκδιδόμενη επί του συμφέροντος γυναίκα. Ναι, το επέλεξα. Αλλά δεν πίστευα ότι μπορούσα να κάνω κάτι καλύτερα από αυτό. Δύο χρόνια πριν... τσακώθηκα άγρια με τον Χάρη για τη ζωή που έκανα. Είχα θυμώσει πολύ μαζί του. Πίστευα ότι άρχιζε να γίνεται ένας από αυτούς που ισχυρίζονται ότι τα γυναικεία... προνόμια είναι μία απόδειξη της κατωτερότητας του φίλου μας. Και εκείνος συμμετείχε σε διάφορα πράγματα, πάντα προσεκτικά, χωρίς να μπαίνει στα ‘βαθιά’. Αλλά πίστευα ότι ο λόγος που δεν το έκανε ήταν απλά επειδή δεν μπορούσε, πίστευα ότι με ζήλευε επειδή εγώ μπορούσα. Μετά τον τσακωμό μας, έμαθα ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να μαζέψει χρήματα για τα δίδακτρα σε κάποια σχολή, ότι ποτέ δεν τον ενδιέφερε η ζωή που έκανε και προσπαθούσε να ξεφύγει. Να αποκτήσει μια έντιμη ζωή. Έπρεπε να το καταλάβω... ποτέ δεν ήταν ζηλόφθονων... Απλά ήταν αδερφός. Και ενδιαφερόταν.
»Προσπάθησα να ξεκόψω... Αλλά τότε βρήκα κάτι. Το τελευταίο κομμάτι. Κάποιος κομπογιαννίτης σε ένα παζάρι αντάλλαζε ένα κολιέ -που υποτίθεται ότι ήταν ολοκέντητο με διαμάντια- για ένα νεφρό. Από εκεί που έρχομαι, μπορείς να ξεχωρίσεις από χιλιόμετρα ένα πραγματικό διαμάντι. Πήρα το κολιέ και έκρυψα το κομμάτι. Πίστευα ότι, αν κατάφερνα να ξεφύγω από τη ζωή που έκανα, θα έπαιρνα κάτι σαν άφεση... ξέρεις, από ο, τιδήποτε είναι αυτό που καλούμε Θεό μας. Όμως ήξεραν για τον κομπογιαννίτη και άλλοι, πριν από εμένα, απλώς εγώ ενήργησα πιο γρήγορα. Το να μάθουν ποιός είχε αγοράσει το κολιέ ήταν το εύκολο μέρος. Τα υπόλοιπα πάνω κάτω τα ξέρεις. Συγγνώμη... που πήρα τη θέση της μητέρας σου... εννοώ, στη ζωή και… που δε σου έδωσα το κομμάτι κατευθείαν... ή που δε σε προειδοποίησα... Ούτε εγώ θα με συγχωρούσα εδώ που τα λέμε, αλλά σου οφείλω τουλάχιστον μία προσπάθεια. Θέλω να κάνω τα πράγματα διαφορετικά αυτή τη φορά.» ήταν ειλικρινής, μπορούσε να το καταλάβει. Και αυτό έκανε την Ήβη να νιώθει χάλια. Ήταν τόσο εύκολο να την εκνευρίζει η Ηλέκτρα χωρίς να ξέρει το παρελθόν της.
Αναλογίστηκε τι ακριβώς ήταν αυτό που την έκανε να την αντιπαθήσει την πρώτη φορά: Η διάσωση της από τον Χάρη που το ερμήνευσε σαν το νόημα της σχέσης τους για εκείνον. Αν όλα είχαν πάει κατ’ ευχή, δε θα έβρισκαν ποτέ το τελευταίο κομμάτι και ο καθρέφτης θα έμενε για πάντα ανολοκλήρωτος. Εντάξει, είχε κάνει λάθη, αλλά και ποιός δεν κάνει. Δεν μπορούσε να την κρίνει, κανείς δεν είναι αλάνθαστος. Άλλωστε η Ηλέκτρα είχε ρισκάρει τη ζωή της γι’ αυτό.
Η Ήβη ένιωθε πως είχε φερθεί ανόητα. Δεν είχε καμία δικαιολογία για τη συμπεριφορά της. Εκείνη έπρεπε να της ζητήσει συγγνώμη. Σκέφτηκε.
«Δε πήρες τη θέση της μητέρας μου και δε θα σε κρίνω για τη ζωή που έκανες, δεν μου φαίνεται πως είχες και πολλές επιλογές. Άλλωστε φαντάζομαι ότι όλοι χρειάζονται μία δεύτερη ευκαιρία.»
«Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να γίνουμε και φίλες;» ρώτησε με προσποιητό δισταγμό βγάζοντας από την τσέπη του μπουφάν της δύο κομμάτια γυαλί… όχι, δύο κομμάτια καθρέφτη. Το ένα είχε το μέγεθος μίας παλάμης ενώ το άλλο ήταν λίγο πιο μικρό. «Γιατί έχω ακούσει ότι οι φίλες μοιράζονται.» συνέχισε με ένα πονηρό χαμόγελο.
«Μα πώς…;»
«Σε είδα να μπαίνεις στο παλάτι και ήξερα ότι θα έφτανες σε εκείνον. Ήξερα ότι ο καθρέφτης είχε συναρμολογηθεί και ότι θα προσπαθούσε να τον κρύψει όταν κάποιος άθλιος υπηρέτης του του μετέφερε τα μαντάτα ότι είχες φτάσει. Και ξέρω πολύ καλά τα κρυψώνες του… Ας πούμε ότι έχω περάσει πολύ χρόνο με τον Ναπολέων.» ύστερα η κοπέλα άφησε το ένα από τα δύο κομμάτια στο συρτάρι του κομοδίνου της και έκρυψε ξανά το άλλο στο μπουφάν της.
«Ποτέ δεν ξέρεις… μπορεί να γίνουμε και φίλες.» είπε η Ήβη αφήνοντας ένα χαχανητό, αλλά σοβάρεψε κατευθείαν. «Ηλέκτρα... Λυπάμαι. Ακούγεται δύσκολο... η ζωή που έκανες.»
«Βοηθάει όταν δεν το σκέφτεσαι.» είπε με ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Λοιπόν... υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον σε αυτό το σχολείο;»
«Χα, εξαρτάτε από το τί βρίσκεις ενδιαφέρον.»
«Ιδρωμένα αγόρια χωρίς μπλούζες;»                       
«Δ... δε νομίζω ότι θα βρεις και πολλά από αυτό εδώ... Αλλά μπορείς να το σκας εύκολα τα βράδια...»

Κεφάλαιο 20


 «Έχουμε επισκέψεις.» ήταν το μόνο που είπε εκείνος ο ηλικιωμένος στον Ναπολέοντα που θαύμαζε ακόμα τον καθρέφτη. Πριν ο άντρας προλάβει να αντιδράσει στην είδηση που του είχε μόλις φέρει ο υπήκοος του, η πόρτα άνοιξε με πάταγο.
Ένα μικρό κορίτσι, με καστανά σγουρά μαλλιά, εισέβαλε απρόσκλητη.
Η Ήβη είχε το ραβδί της έτοιμο στο χέρι. Χτύπησε τον καθρέφτη με ένα ξόρκι που δε χρειάστηκε να προφέρει κάνοντας τον έτσι θρύψαλα.
Όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Ο ηλικιωμένος άντρας έβγαλε με ταχύτητα ανάρμοστη για την ηλικία του, το ραβδί του και...
«Ουμπέριουμ!» ένας στρόβιλος από μαύρη σκόνη και άσπρο φώς τη χτύπησε εκτοξεύοντας την στον τοίχο.
Κάτι παχύρευστο κύλησε από το στόμα της. Άνοιξε τα μάτια της και είδε τον κοντό γκριζομάλλη ηλικιωμένο να την κοιτά με ένα υστερικό χαμόγελο. Την έπιασε από το λαιμό και τον κράτησε σφιχτά μέσα στη λαβή του ενώ ταυτόχρονα της έσπασε το δεξί πόδι. Ο άντρας χαλάρωσε για λίγο το κράτημα του για να απολαύσει αυτό που επόταν: Η Ήβη κραύγασε με όλη της τη δύναμη σαν αυτό να μαλάκωνε τον πόνο. Με το ελεύθερο χέρι του εκείνος ψαχούλεψε ένα σημείο κοντά στον αριστερό της πνεύμονα και έπειτα το πίεσε με δύναμη.
Το χτύπημα του δεν πόνεσε το κορίτσι αλλά δεν μπορούσε πλέον να αναπνεύσει και όσο περισσότερο προσπαθούσε τόσο περισσότερο έσφιγγε η ανθρώπινη θηλιά στο λαιμό της. Θα πίστευε κανείς ότι ο πόνος ή ο πνιγμός της ήταν ικανά να κρατήσουν απασχολημένο το μυαλό της. Αλλά προφανώς θα έκανε λάθος.
Πίσω από τον ώμο του αντιπάλου της μπορούσε να δει τον Ναπολέοντα να μαζεύει τα σπασμένα κομμάτια του καθρέφτη σε ένα στρόβιλο και να τα εξαφανίζει ως δια μαγείας. Η Ήβη δε θα ξεχνούσε το βλέμμα με το οποίο την κοίταξε ο άρχοντας ή καλύτερα την οργή μέσα σε αυτό. Οργή αναμεμιγμένη με αγνό μίσος και περιέργεια. Ήξερε ποιά ήταν. Αλλά έμοιαζε να έχει ακόμα πολλές ερωτήσεις.
Ένιωθε τα πνευμόνια της να βράζουν και η έλλειψη αέρα τη ζάλιζε. Το μυαλό της είχε μουδιάσει από τον πόνο και οι φλέβες πάνω από τα μηνίγγια της παλλόταν δυνατά, τόσο που έμοιαζαν με σφυριές. Έβλεπε το δολοφόνο της να απολαμβάνει κάθε στιγμή και αυτό την τρέλαινε. Πόσο θα ήθελε να...
«Άφησε την.» μουρμούρισε ο Ναπολέων.
Με φανερή απογοήτευση και μια μικρή καθυστέρηση, ο άντρας υπάκουσε και πριν η Ήβη προλάβει να σωριαστεί στο πάτωμα, εκείνος πίεσε για άλλη μια φορά το σημείο εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει για να της στερήσει την δυνατότητα να αναπνέει. Το κορίτσι έβγαλε έναν παράξενο θόρυβο και εισέπνευσε λαίμαργα τον αέρα. Κάθε πνοή έκαιγε τα πνευμόνια της αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Είδε το ζευγάρι από πόδια που στεκόταν μπροστά της να απομακρύνεται και σκούπισε με το μανίκι της το αίμα που έτρεχε από το στόμα και τη μύτη της.
Μετάνιωνε για τον τρόπο που είχε εκθέσει τον Χάρη και τον Νέστορα σε θανάσιμο κίνδυνο. Ο Μάρκος, η Ηλέκτρα και η μητέρα της ήταν ζωντανοί. Κάτι που μπορεί να άλλαζε δραματικά το παρόν. Ήταν ολομόναχη με δύο... τρείς... περισσότερους...
Ο χώρος είχε γεμίσει κόσμο. Στο παρατηρητήριο αλλά και στην αίθουσα αυτή κάθε αυτή. Η Ήβη προσποιήθηκε ότι κρατούσε το στέρνο της πιάνοντας κρυφά ένα μικρό φιαλίδιο που είχε κρύψει στο στήθος της. Το είχε επικαλεστεί κρυφά από τον Νέστορα πριν έρθουν στην Σάρλοτ. Ήταν οξύ, το χρησιμοποιούσαν συχνά στο μάθημα των φίλτρων και έτσι είχε εφεδρικό στο σπίτι της. Αν ήταν τυχερή, θα κατέστρεφε την καρδιά της πριν οι Άβετορ προλάβουν να τη χρησιμοποιούν ως συστατικό στο φυλαχτό τους. Οι σουβλιές πόνου επιδεινώνονταν όλο και περισσότερο ενώ κρατούσε με δυσκολία τα βογκητά της, δεν ήθελε να δώσει την παραμικρή ευχαρίστηση σε κανέναν τους.
Κατά πάσα πιθανότητα σε λίγο θα πέθαινε, ίσως έπρεπε να δώσει περισσότερη έμφαση σε αυτό. Αλλά το μόνο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ο Χάρης. Το χαμόγελο του, η φωνή του... το άγγιγμα του. Κατά κάποιον τρόπο χαιρόταν που αυτό θα ήταν το τέλος. Τώρα δεν υπήρχε λόγος να παλέψει με τον εαυτό της, να νιώσει ένοχη για τα συναισθήματα της. Δεν είχε σημασία αν θα τον συγχωρούσε ή όχι. Οπότε παραδόθηκε σε αυτά. Και ήταν χαρούμενη γιατί θα ήταν το τελευταίο συναίσθημα που ήθελε να έχει. Αγάπη... Δεν είχε πει ποτέ της αυτή τη λέξη... Τι κρίμα.
«Ομολογώ ότι ξαφνιάζομαι.» ο Ναπολέων την απέσπασε από τον ειρμό των σκέψεων της. Το ύφος του τώρα είχε γίνει διερευνητικό. «Πώς το έμαθες;» η Ήβη δεν του απάντησε. Τον κοίταξε βλοσυρά και μετά εξερεύνησε το περιβάλλον γύρω της. «Πρέπει να είσαι πολύ έξυπνη... ή ταλαντούχα... Μα πώς;» το κορίτσι εξακολούθησε να τον αγνοεί. Αν μην τι άλλο, δεν πίστευε ότι μπορούσε να προφέρει τίποτα πέρα από επιφωνήματα πόνου. «ΑΠΑΝΤΗΣΕΜΟΥΟΤΑΝΣΟΥΜΙΛΑΩΠΟΥΝΑΠΑΡΕΙ!» δεν άντεχε τον πόνο... γύρισε το βλέμμα της στο πάτωμα στην προσπάθεια της να συγκεντρωθεί ενώ έγδαρε το μάρμαρο με τα νύχια της και τα αυτιά της βούιζαν.
Μια έντονη βαβούρα ζάλιζε το μυαλό της. Νόμιζε ότι ήταν μέσα στο κεφάλι της αλλά οι δύο άντρες μπροστά της έμοιαζαν ιδιαίτερα ανήσυχοι. Η Ήβη γύρισε για να εντοπίσει την εστία της αναστάτωσης και αυτό που είδε την ξάφνιασε.
Μια μεγάλη μαύρη αρκούδα είχε έρθει από το πουθενά για να κάτσει δίπλα της εμποδίζοντας έτσι τον οποιοδήποτε να πλησιάσει σε ακτίνα πέντε μέτρων από εκείνη. Γιατί όμως δεν της επιτίθονταν; Το δικό της δέρμα δεν ήταν αδιαπέραστο στα ξόρκια, θα μπορούσαν να τη σκοτώσουν και μετά να ξεφύγουν εύκολα από τον θυμό του ζώου. Μια γνώριμη φωνή έκανε την καρδιά της να κλοτσήσει από ελπίδα.
«Γεια σου Ναπολέων.» το χαμόγελο του πατέρα της έμοιαζε σχεδόν διαβολικό, αλλά δεν την τρόμαζε.
«Λουκά; Μα πως... Σε προστάζω να το σταματήσεις αυτό!» βρυχήθηκε ο Ναπολέων. Ο άρχοντας κοίταξε τον περίγυρο του για υποστήριξη. Αλλά κανένας δεν ξεπρόβαλε από το πλήθος, κανένας δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει. Παρέμειναν θεατές σε μία παράσταση που παρακολουθούσαν με δέος.
«Λυπάμαι αλλά...όχι.» του απάντησε με ειρωνεία ο πατέρας της.
«Τί; Δεν είσαι σε θέση να με αψηφάς! Σε έχουν καταραστεί! Κάνε αυτό που σου λέω αμέσως!»
«Βλέπεις, το θέμα με την κατάρα είναι ότι πρέπει να υποβληθώ στο σκοτάδι. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να κάνω αυτό που θες εσύ. Αν κάποιος άλλος με βρει πριν από εσένα, δε θα μπορώ να σε βοηθήσω αν δεν τελειώσω με αυτό που μου ανατέθηκε. Δες το σα τηλεφωνική γραμμή...κατειλημμένη.» αυτή η σατανική απόλαυση πλημμύριζε τη φωνή του αλλά η Ήβη στάθηκε περισσότερο στο γεγονός ότι κάποιος είχε προδώσει τον Ναπολέων. Κάποιος είχε οργανώσει πραξικόπημα πίσω από την πλάτη του, δεν ήταν πλέον ο βασιλιάς τους… Είχε πάψει να είναι εδώ και πολύ καιρό.
«Ποιός τόλμησε...όχι.»
«Ας πούμε ότι κάποιοι πιστεύουν ότι πρέπει να αποσυρθείς.» συνέχισε ο Λουκάς.
Η Ήβη άκουσε έναν βρυχηθμό να βγαίνει από το στήθος του Νέστορα για να καταλάβει ότι ο άντρας που τη βασάνιζε πριν από λίγο προσπαθούσε να την προσεγγίσει στα ύπουλα. Στο άκουσμα του θυμωμένου θηρίου ο ηλικιωμένος πάγωσε στη θέση του.
Ένα ρίγος τη διαπέρασε και ένιωσε την επιθυμία να ψάξει για κάτι άγνωστο. Κοίταξε το παρατηρητήριο όπου είδε τον Χάρη και την Ηλέκτρα να κουβεντιάζουν ανέμελα. Ο πρώτος είχε στηρίξει το βάρος του στους αγκώνες του που ακουμπούσαν στο τοιχάκι του παρατηρητηρίου ενώ η δεύτερη ακουμπούσε με τη δεξιά της πλευρά μια κολώνα λίγο πιο δίπλα. Το αγόρι την κοίταξε απηυδισμένο με βλέμμα γεμάτο περιέργεια αναμεμιγμένο με ανακούφιση την ίδια στιγμή.
Η μουσούδα του Νέστορα που τρίφτηκε στο μάγουλο της την έκανε να τραβήξει τα μάτια της από εκείνον για να καθησυχάσει την ανήσυχη αρκούδα με ένα στοργικό βλέμμα και ένα χάδι.
«Είμαι καλά.» είπε ψέματα η κοπέλα.
Ο Λουκάς τυλίχτηκε σε μαύρη πυκνή σκιά και χάθηκε μέσα σε αυτήν. Βρήκε την πορεία του που είχε ως τελικό προορισμό τον Ναπολέων τον οποίο και σκέπασε σα σύννεφο. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον έκανε να ουρλιάζει. Η Ήβη όμως δεν μπορούσε να τον ακούει. Η αρκούδα σηκώθηκε τελικά από το πλευρό της και πήρε στο κατόπι τον ηλικιωμένο άντρα. Τον στρίμωξε σε μια γωνία αλλά η κοπέλα δεν ήθελε να δει ή να ακούσει ποτέ της ποια ήταν η μοίρα του, έτσι έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη περιμένοντας για τα ουρλιαχτά να σταματήσουν. Προσπάθησε να μη σκέπτεται τον πόνο που συγκλόνιζε κάθε εκατοστό του σώματος της. Αλλά αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε να στρέψει την προσοχή της σε κάτι άλλο και τα πάντα της θύμιζαν την αποτυχία της. Κάτι που δεν ήθελε να σκεφτεί αυτή τη στιγμή.
Μόνο όταν η άκρη του ματιού της έπιασε το αναίσθητο σώμα του Ναπολέοντα και ένιωσε ένα απαλό χάδι στο μάγουλο της σήκωσε ξανά το βλέμμα. Ο Λουκάς είχε και πάλι την ανθρώπινη μορφή του και στεκόταν στο πλευρό της. Η Ήβη δεν μπορούσε να αποσαφηνίσει κανένα από τα συναισθήματα που πέρασαν από το πρόσωπο του γιατί όλα τους έφυγαν τόσο γρήγορα για να δώσουν τη θέση τους στην ανακούφιση.
«Είμαι καλά.» του απάντησε πριν προλάβει να ρωτήσει. «Ποιός…;» ήθελε να μάθει την ταυτότητα του καινούριου της εχθρού, του επόμενου άρχοντα, αλλά ο Λουκάς προέβλεψε την ερώτηση της.
«Οι Όλιβαρ... όχι δεν τους έπιασε ο πόνος για την μοίρα των παιδιών τους.» πρόλαβε την επόμενη ερώτηση της. «Εποφθαλμιούσαν τη θέση καιρό τώρα. Απλά άδραξαν της ευκαιρίας. Δεν αλλάζει τίποτα. Εξακολουθώ να είμαι ένα τέρας.» η φωνή του έτρεμε και έκρυψε το πρόσωπο του δίνοντας έτσι την ευκαιρία στην Ήβη να τον ξαφνιάσει αγκαλιάζοντας τον.
«Συγγνώμη... έπρεπε να είχα κάνει κάτι νωρίτερα αντί να σου γυρίσω την πλάτη. Δεν έπρεπε να συνεχίσω σα να μη συνέβαινε τίποτα.» έκλεγε και δεν έφταιγε μόνο ο φυσικός πόνος.
 Ο Λουκάς την τράβηξε μακριά από την αγκαλιά του για να μπορέσει να την κοιτάξει στα μάτια.
«Αυτό δεν είναι δικό σου λάθος! Με ακούς; Τί νομίζεις ότι θα γινόταν αν το μάθαινες νωρίτερα; Αυτά τα τέρατα θα σε είχ...» δεν κατάφερε να τελειώσει την φράση του.
«Γιατί δεν φεύγουμε από εδώ;» τον διέκοψε εκείνη. Δεν ήθελε να μιλήσει για συνέπειες, δεν ήθελε να μιλήσει για σχέδια. Ήθελε μόνο να φύγει. Πονούσε. «Μπορούμε να το συζητήσουμε κάπου αλλού. Σε ένα νοσοκομείο ας πούμε;»
«Το πόδι σου!» είπε τρομαγμένος ο Λουκάς. «Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω;»
«Είναι εντάξει... απλά πονάει.» δεν μπορούσε πλέον να λέει ψέματα. Ο πόνος την είχε καταβάλει και κάτι τέτοιο δεν περνούσε απαρατήρητο.
Ο Λουκάς τη βοήθησε να σηκωθεί στηρίζοντας τη στο σώμα του βοηθώντας την έτσι να προχωρήσει. Όταν πέρασαν την πόρτα κάτι απρόσμενο τους περίμενε.
Η Βαλεντίνη και η Μαρία, έρχονταν από τη δεύτερη πόρτα του αριστερού διαδρόμου ενώ η Καίτη και η Άννα από την Πέμπτη (με δισταγμό μπροστά στο εξαγριωμένο βλέμμα της Μαρίας). Και οι δύο είχαν εμφανή τα σημάδια της μάχης πάνω τους. Και τώρα ο Χάρης έρχονταν από την τρίτη πόρτα στα δεξιά, μαζί του ήταν Γαβριήλ. Χαμόγελα επιτυχίας ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπα όλων τους. Τέλος, η Ηλέκτρα βγήκε από την τέταρτη πόρτα του δεξιού διαδρόμου.
Όλοι μαζί σχημάτισαν ένα μεγάλο πηγάδι γύρω της. Τον κύκλο έσπασαν πρώτες η Βαλεντίνη και η Μαρία που έσπευσαν να την αγκαλιάσουν.
«Αοουυυ! Ααα!» ήταν η απάντηση της Ήβης στις ένθερμες εκδηλώσεις τους.
 «Το πόδι σου...» είπε τρομοκρατημένη η Βαλεντίνη.
«Είμαι εντάξει.» επανέλαβε για πολλοστή φορά. «Πώς βρεθήκατε όλοι εσείς εδώ;» τους ρώτησε σοκαρισμένη.
«Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση!» συνέχισε η Μαρία που κάρφωσε το βλέμμα της στην Άννα και την Καίτη.
«Μας πήρε τηλέφωνο ο Χάρης.» τα φόρτωσε στο αγόρι η Καίτη.
«Ναι, και την επόμενη φορά να δώσεις καλύτερες οδηγίες! Παραλίγο να χαθούμε!» τον κατηγόρησε η Άννα.
«Και σας είπε… τί; Ούτε καν που τον ξέρεται!» συνέχισε η Ήβη αναφερόμενη στο γεγονός ότι βρισκόντουσαν στο παρελθόν. Ένα παρελθόν όπου ο Χάρης δεν έχει σπουδάσει στο Obweiben και κατά συνέπεια, δεν έχει συναντήσει ποτέ του την Άννα και την Καίτη.
«Ναι αλλά θα τον μάθουμε.» είπε γεμάτη ενθουσιασμό η Καίτη κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι στον προαναφερόμενο που της χαμογέλασε ευγενικά. «Έπειτα ήξερε ότι τρώω τα αυγά μου με κέτσαπ, ότι η αγαπημένη μου σοκολάτα είναι με φουντούκι. Ότι η Ήβη χουζουρεύει τουλάχιστον δέκα λεπτά πριν σηκωθεί το πρωί... Και πολλά ακόμα που... θα του πω όταν γίνουμε φίλοι.»
«Ήταν πολύ σίγουρη για να μην την πιστέψω και ξέρεις πόσο αναποφάσιστη είναι!» της εξήγησε η Άννα.
«Ψεύτρα!» την κατηγόρησε η Καίτη.
«Καλά, πήραμε τηλέφωνο στο σπίτι σου και δεν το σήκωνε κανείς. Υποτίθεται ότι θα γιόρταζες τα γενέθλια σου οπότε... να ‘μαστε! Χρόνια πολλά παρεμπιπτόντως.» η Ήβη κοίταξε τον Γαβριήλ δίνοντας του να καταλάβει ότι είχε έρθει η δική του σειρά να δώσει εξηγήσεις.
«Με ειδοποίησε ο Χάρης.» τώρα όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στην Βαλεντίνη και τη Μαρία.
«Ο Λουκάς.» απάντησε η τελευταία ρίχνοντας του (μετά βίας) ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης.
Η Ήβη είχε λουστεί από κρύο ιδρώτα. Ένιωθε ευγνωμοσύνη για όλους όσους βρίσκονταν εκεί και είχε τόσα πολλά να τους ρωτήσει… αλλά δεν την κρατούσαν τα πόδια της. Κατέρρευσε την αμέσως επόμενη στιγμή.
***

«Η κοπέλα έχει πολλούς συμμάχους...» είπε η Μόλη Όλιβαρ στον άντρα της. Καθόταν σε ένα σπασμένο μπαούλο στο σπίτι της κόρης τους στη Νέα Ζίχνη και παρατηρούσε ανέκφραστα το χώρο. Ο Νίκος στεκόταν λίγα μέτρα πίσω της και ατένιζε τον ουρανό μπροστά από ένα σπασμένο παράθυρο.
«Είναι μόνο ένα μάτσο παιδαρέλια. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για αυτούς.» της απάντησε μετά από λίγο.
«Είναι και τα παιδιά σου ανάμεσα τους.» του θύμισε η γυναίκα ενώ κάποιας μορφής συναίσθημα διατάρασσε τη φωνή της.
«Τότε διάλεξαν το δρόμο τους. Περιμέναμε αιώνες για αυτό, δε θα μας επιτρέψω κανένα παραστράτημα. Ό, τι κι αν σημαίνει αυτό.» είπε ανέκφραστα ο άντρας. «Μας φέρθηκαν σα σκουλήκια. Μας ταπείνωναν, ξανά και ξανά επειδή μπορούσαν. Τέρμα! Είναι η σειρά μας να βγάλουμε τη φυλή μας από την αφάνεια. Και είμαστε κοντά.»
«Γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να βιαστούμε.» του τόνισε η ανακτώντας και πάλι το παγερό της προσωπείο.
«Σωστά... Το κορίτσι έχει πονηρευτεί. Θα είναι πιο δύσκολο. Ίσως μας φέρει εμπόδια.»
«Είναι εκνευριστικό το ότι τη χρειαζόμαστε.»
«Όλα θα βρουν το δρόμο τους αγάπη μου. Μην ανησυχείς... Το νερό θα μπει στο αυλάκι.»
«Και ο καθρέφτης; Δεν ξέρουμε που τον έστειλε.»
«Ωω ξέρουμε...»